Τον έβλεπα μέσα από σπαθιές καλοκαιρινών ανέμων. Είχε ντυθεί
ασκητής και γύρναγε τις μπούκλες των μαλλιών του γύρω από τ`αυτιά. Τον
άκουγα να μουρμουρίζει , να δαγκώνει τα χείλη του και να πιέζεται να ξεσυφίξει
μια αναπνοούλα ελπίδας.
Ταβέρνα σκοτάδι , παλιά συμμαθήτρια "πως μας την φτιάξαν έτσι
τη ζωή;"
Η ξεφτίλα. Τον εαυτούλη μας κοιτάμε ρε. Το πρόσωπο στην κοινωνία...
Δουλειά... Να δανείζεις στ`αφεντικό σου που χώρισε με τη γυναίκα
του.
Πάνω κάτω με μια εφημερίδα. Συστάσεις. Γιατί δεν έχεις συστάσεις;
Στην ουρά.
Να κοιμάσαι στα παγκάκια να προλάβεις αύριο να είσαι πρώτος.
- Ελάτε αύριο...
- Έχω ανάγκη.
- Τι να σας κάνω.
Να βλέπεις κοριτσάκια ανήλικα να λιώνουν στα εργοστάσια , να
κλαίνε κρυφά στους καμπινέδες περιμένοντας το πληκάρι για γάμο να κάνουν
σπίτι δικό τους. Να βλέπεις έγκυες να δουλεύουν κι από πάνω ο άντρας να
ορκίζεται ότι το παιδί θα`χει καλύτερη τύχη.